Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008


Επιστολή του ομοφυλόφιλου κομμουνιστή ποιητή
Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στον Αρχιεπίσκοπο


Την επιστολή έγραψε και δημοσιοποίησε πριν 80 χρόνια

ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης. *

Πήραμε προχθές από τον ποιητή Λαπαθιώτη την παρακάτω

ανοιχτήν επιστολήν στον Μητροπολίτη Αθηνών:

Αθήνα 1-8-27

Χρυσόστομον Παπαδόπουλον

Αρχιεπίσκοπον Αθηνών

Κύριε,

Ευρίσκομαι σήμερα στην ανάγκη -για να είμαι απολύτως συνεπής προς τας υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου- ν’ αποταθώ απ’ ευθείας προς εσάς, και να σας παρακαλέσω να με διευκολύνετε στον διακανονισμόν μιας υποθέσεως, χαρακτήρος εντελώς προσωπικού -που αφορά τας σχέσεις μου με την εκκλησίαν, και που, λόγω της τελευταίας αυτής λεπτομερείας, ανάγεται εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία σας.

Η χριστιανική θρησκεία -όχι μόνον η ορθόδοξος, αλλά εν γένει η χριστιανική- όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία- μού έχει αποβεί τελείως περιττή.

Κρίνω άσκοπο να εκθέσω τη σειρά των σκέψεων που με οδήγησαν έως εκεί. Αφορούν εξ ολοκλήρου τον προσωπικό μου τρόπο τού αντιλαμβάνεσθαι τα πράγματα, και τας προσωπικάς μου απόψεις επί του ανθρωπίνου προορισμού.

Γι’ αυτό το λόγο, μάλλον συγκεκριμένα, θα επιθυμούσα ν’ απαλλαγώ τελείως αυτής. Θα μου πείτε ίσως, ότι καθένας μπορεί αξιόλογα να το κάμει σιωπηρά και κατ’ ιδίαν, χωρίς τίποτε να τον βιάζει να το κοινολογήσει, ούτε να προσφύγει σε άλλο επισημότερο διάβημα.

Και όμως αισθάνομαι σήμερα την ανάγκην αυτής της επισημοτέρας, και κατά τύπους, επανακτήσεως της πνευματικής μου ελευθερίας. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο νόμος, έξαφνα, με υποχρεώνει να ορκίζομαι επάνω σ’ ένα χρυσόδετο βιβλίο, το οποίον έχει για μένα, βεβαίως, μεγάλη κοινωνική, φιλοσοφική ή λογοτεχνική αξία, καμιά όμως απολύτως θρησκευτική. Θα μου ήτον εξίσου δυσάρεστο και ανωφελές, αν με υπεχρέωναν να ορκίζομαι επάνω στην «Ιλιάδα» ή την «Πολιτείαν του Πλάτωνος» -βιβλία που εκτιμώ και αγαπώ, αλλά που δεν έχουν επίσης, για μένα, κανένα είδος μυστικοπαθούς ιερότητος, με την έννοιαν με την οποίαν το θέλει η εκκλησία.

Επί πλέον, έχω φθάσει εις το συμπέρασμα ότι, μεταξύ της φιλοσοφίας και του κηρύγματος του Ιησού, και της σημερινής αποστολικής εκκλησίας, υπό την αληθινήν όψιν με την οποίαν αύτη κινείται και ενεργεί, η απόστασις και η παρεξήγησις είναι τεραστία.

Βλέπετε, το χάσμα είναι ριζικόν και ανεπανόρθωτον. Δεν πιστεύω σε τίποτε απ’ ό,τι πιστεύετε, και δεν επιθυμώ να διατηρώ, έστω και προσχηματικά, δεσμούς με κάτι το οποίον θεωρώ παιδαριώδες, οσάκις δεν το θεωρώ και εγκληματικό.

Με την ελπίδα ότι αυτό μου το γράμμα -γραμμένο, το τονίζω, εντελώς γαλήνια, συνειδητά και αποφασιστικά- θα συντελέσει ώστε να παύσω και κατά τύπους -αφού κατ’ ουσίαν έχω παύσει προ πολλού- να λογίζομαι, οπωσδήποτε, μέλος του θρησκευτικού σας ποιμνίου.

Πρόθυμος, Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

*

Πηγή:

http://sarantakos.com/liter/lapathiotis/arxiep.html - όπου μπορείτε να δείτε επίσης τα σύντομα αλλά κατατοπιστικά

lovers...........


το θαύμα του ταξιδιού είναι να φτάνει κανείς σε έναν ξένο τόπο
και να δραπετεύει πάλι ανατριχιασμένος.
Αλλά όταν οι άνθρωποι πρέπει να μένουν ο ένας κοντά στον άλλον ,
ως τετράγωνα κακοφτιαγμένα ομοιώματα της φύσης,
να ανήκουν εντελώς ο ένας στον άλλον, να αποτελούν μια οικογένεια,
τότε θα βρείτε μόνο τον παπά, την κουζίνα και το Λαϊκό Κόμμα να τιμούν αυτό το έργο και να προσφέρουν εκπτώσεις στις αμαρτίες του.
Η οικογένεια, αυτό το αρπακτικό πτηνό, κρατάει τον εαυτό της ως κατοικίδιο ζώο.

Ελφρίντε Γέλινεκ

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Ωχρά Σπειροχαίτη - Οι κούφιοι άνθρωποι


ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό

(Τ. Έλιοτ, 1925)

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

Ο Μπιντές



Ο Μπιντές

(από την αυτοτελή έκδοσή του στη σειρά

“Η νεοελληνική λογοτεχνία εικονογραφημένη” των εκδόσεων “Κέδρος”, 1998)

Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.
Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. ‘Ένα βράδυ που έβρεχε και μ’ έπιασε κόψιμο, τα ‘κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ως και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ’ άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ’ ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια.
Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. ‘Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. ‘Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βρέθηκα μ’ όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.
Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη.
Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ’ έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι.
Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. ‘Επειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. ‘Εμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων.
“Κάποτε θα ‘ρθει και της τουαλέτας η ώρα”, έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τι ήταν πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: ‘Εβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ’ απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.
Τ’ άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. ‘Εχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το ‘να μάτι μπλε τ’ άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή - ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στυμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.
Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν’ αναπνεύσω λιγάκι, ν’ ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ’ τ’ αυτοκίνητα. ‘Αλλου είδους αυτός: ‘Ενα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. ‘Εστησα το αυτί και κατάλαβα. ‘Ολο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.

*Ο Μάριος Χάκκας (1931-1972) γεννήθηκε στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, γιος του Γεωργίου Χάκκα και της Σταυρούλας Καρατσαλή. Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννησή του εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην προσφυγική συνοικία της Καισαριανής. Εκεί ο Χάκκας τέλειωσε το Δημοτικό σχολείο (1937-1943) και στη συνέχεια γράφτηκε στο 7ο Γυμνάσιο Παγκρατίου. Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια σημάδεψαν τα γεγονότα της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου. Το 1950 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και υπηρέτησε στο πολιτικό στρατόπεδο της Γυάρου ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ερυθρού Σταυρού. Το 1951 έδωσε εξετάσεις για πρόσληψη στον ΟΤΕ και παρά την επιτυχία του δε διορίστηκε λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Την ίδια χρονιά άρχισε να έρχεται σε επαφή με αριστερές οργανώσεις της Καισαριανής και του Βύρωνα και γνωρίστηκε με τη Μαρίκα Κουζηνοπούλου, την οποία παντρεύτηκε το 1961. Το 1952 έγινε μέλος της ΕΔΑ, πήρε μέρος στην ίδρυση του πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής (Φ.Ε.Ν.) και γράφτηκε στο τμήμα πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Η πολιτική του δραστηριότητα δεν του επέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του πέρα από τα δυο πρώτα χρόνια. Το 1954 συλλήφθηκε με το νόμο 509 ως μέλος αριστερής οργάνωσης και καταδικάστηκε σε τετράχρονη κάθειρξη, αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στην Αίγινα. Στη φυλακή μελέτησε ξένες γλώσσες και στράφηκε στη συγγραφή ποιημάτων και διηγημάτων. Αποφυλακίστηκε το 1958 και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως στρατιώτης γ΄κατηγορίας (μουλαράς). Παράλληλα συνέχισε να ασχολείται με τη συγγραφή. Το 1960 αποστρατεύτηκε και δούλεψε σε εργοστάσιο πλαστικών ειδών, αρχικά ως πλασιέ και στη συνέχεια στο πρατήριο. Μετά το γάμο του μετακόμισε στο Βύρωνα, ενώ παράλληλα η κριτική στάση του απέναντι στο Κόμμα οδήγησε σε ρήξη των σχέσεών του με την Αριστερά. Από το 1964 ως το 1967 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Καισαριανής και ενίσχυσε σημαντικά τις δραστηριότητες της Φ.Ε.Ν. Το 1966 κορυφώθηκε η διένεξή του με την Αριστερά και ο Χάκκας στράφηκε προς μια επιχείρηση με κορνίζες και μινιατούρες, από κοινού με το φίλο του Ασημάκη Νηστικούλη. Με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας συνελήφθη και κρατήθηκε για ένα μήνα στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου. Από το 1969 άρχισε η περιπέτεια της υγείας του που ξεκίνησε από καρκίνο στα νεφρά και κατέληξε στον πνεύμονα. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ταξίδεψε για εξετάσεις στην Ευρώπη (Λονδίνο, Παρίσι, Ελβετία, Μιλάνο και Γερμανία). Το 1970 ο θίασος Βήματα του Θανάση Παπαγεωργίου ανέβασε το μονόπρακτο έργο του Χάκκα Ενοχή στο θέατρο Φλόριντα. Πέθανε στο Διαγνωστικό Νοσοκομείο Πειραιώς σε ηλικία σαράντα ενός χρόνων. Ο Μάριος Χάκκας ανήκει στη μεταπολεμική γενιά των ελλήνων λογοτεχνών. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποιήθηκε με το Όμορφο καλοκαίρι, συλλογή ποιημάτων γραμμένων στο διάστημα που μεσολάβησε από τη φυλάκισή του ως την πραγματοποίηση της έκδοσης το 1965. Ο ποιητικός λόγος του Χάκκα είναι άμεσος και βιωματικός, κινείται στα πλαίσια της δραματικής γραφής που υιοθέτησαν πολλοί ποιητές της γενιάς του ‘30 και εκφράζει την επιτακτική ανάγκη του δημιουργού να ξεφύγει από την απάνθρωπη πραγματικότητα που αντικειμενικά βίώνε. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Τυφεκιοφόρος του εχθρού, η οποία ανήκει στην παράδοση του μεταπολεμικού ρεαλισμού με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και έντονη την παρουσία ιστορικών και βιωματικών στοιχείων. Με τη συλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες συντελείται μια σαφής στροφή -φυσικό επακόλουθο της ψυχολογικής επίδρασης που άσκησε στο Χάκκα η αρρώστια του αλλά και η ρήξη του με το κομμουνιστικό κόμμα- προς μια ωριμότερη γραφή, αφαιρετική, με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού στην τραγική διάστασή του και ενδεικτική της αγωνίας του συγγραφέα μπροστά στο θάνατο αλλά και της απογοήτευσής του στη θέαση του μάταιου της ζωής και της ιδεολογίας στο σύγχρονο κόσμο. Στον ίδιο χώρο ανήκει και το τελευταίο του έργο - δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο - Το κοινόβιο, αλλά και τα τρία θεατρικά του μονόπρακτα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μάριου Χάκκα βλ. Ζήρας Αλεξ., «Χάκκας Μάριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9β. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, «Μάριος Χάκκας», Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ‘40 ως τη δικτατορία του ‘67 Η΄, σ.86-99. Αθήνα, Σοκόλης, 1988 και Σταυροπούλου Έρη, «Χρονολόγιο Μάριου Χάκκα (1931-1972)», Διαβάζω 297, 28/10/1992, σ.22-25, όπου περισσότερα στοιχεία.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).}

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

Ars poetica

Ars poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει.
Θέλω να είναι
αγώνας,
όχι μια μουσική που λύνεται

μα πάθος για τη μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι,
με σιγουριά

ξοδεύονται άσκοπα
ή ετοιμάζονται το βράδυ

να πεθάνουν,
όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες

αδιάφθορες μές το μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες.
Να φεγγρίζουν

μες το πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ΄ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

runaway pram.mp3

Hauschka - Freibad.mp3

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

cyclown circus

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

John Zorn - Lucifer_ Book Of Angels Volume 10 (Bar Kokha plays Masada Book Two)


1-Sother
2-Lalquiel
3-Zazel
4-Gediel
5-Azbugah
6-Kehalalel
7-Quelamia
8-Abdi

Dave Brubeck Quartet - Take Five
Download link:
http://www.zshare.net/audio/20011796b28a0dc9/

Ακροβατείς ακόμη...

Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων

Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια

Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες

Χαίρε που αφέφηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες

Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες

Κι Εγώ Και Όλοι

Κι Εγώ Και Όλοι
του Charles Bukowski

Σκεπάζουν με σάρκα τα κοκάλα,
βάζουν μέσα κανένα μυαλό,
καμιά ψυχή, κάπου-κάπου,
κι έτσι οι γυναίκες πετάνε
τα βάζα στους τοίχους,
κι οι άντρες πίνουν
σαν τρελοί,
κι όλοι ψάχνουν
αυτόν τον ένα που τους αναλογεί
και κανείς δεν τον βρίσκει,
μα συνεχίζουν
να ψάχνουν
σκαρφαλώνοντας από κρεβάτι
σε κρεβάτι.

Δεν υπάρχει
ελπίδα:
κολλήσαμε όλοι μας
στην ίδια μοίρα.

Γεμίζουν οι χωματερές,
γεμίζουν οι μάντρες.
Γεμίζουν τα τρελάδικα, γεμίζουν τα νοσοκομεία,
τα νεκροταφεία.

Τίποτε άλλο, όμως, δε
γεμίζει.

Κυριακή...

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Μελαγχολία


Μελαγχολία: ευχαρίστηση από θλίψη.
Β. Ουγκώ
 
"http://www.macromedia.com/go/getflashplayer" type="application/x-shockwave-flash" width="301" height="280" src="http://res1.esnips.com/escentral/images/widgets/flash/white_player_list.swf" flashvars="autoPlay=yes&thePlayerURL=http://res1.esnips.com/escentral/images/widgets/flash/mp3WidgetPlayer.swf&fileIds=&plURL=http://www.esnips.com//plxml/cf37d1c8-fc3d-4bae-96ae-86da6c9df486/?cachePL=true